δογματοφύλαξ


δογματοφύλαξ
ο
φύλακας, τηρητής τών εκκλησιαστικών δογμάτων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δόγμα (-ατος) + φύλαξ. Η λ. μαρτυρείται από το 1815 στον Γρηγόριο Δέρκων].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.